Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

διλτιαζέμη, η υδροχλωρική

     (Dιλτίαζεμ)    
diltiazem HCl [Cardizem®]

         

Ερμηνεία:

Aναστολέας διαύλων ασβεστίου.  [Cardizem®]



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Protective effects of diltiazem against vascular endothelial cell injury induced by angiotensin-II and hypoxia. Li M, Li J, Meng G, Liu X. Clin Exp Pharmacol Physiol. 2015 Apr;42(4):337-43.



Συνώνυμα:







© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Ωτορινολαρυγγολόγος, Οδοντίατρος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Φαρμακολογία: